Οι «φυλες»


Πόσες φορές δεν έχουν γραφτεί άρθρα σχετικά με τις «φυλές» των μοτοσυκλετιστών;
Πόσες σελίδες δεν έχουν αφιερωθεί στις ιδιαιτερότητες και στα χαρακτηριστικά της κάθε φυλής;
Πόσες ώρες δεν έχουν καταναλωθεί σε συζητήσεις μεταξύ μηχανόβιων για το ποια «φυλή» είναι η καλύτερη;
Η απάντηση είναι: μάλλον… άπειρες.
Ε, επειδή δεν φτάνουν(!) λέμε να προσθέσουμε κι εμείς μερικές.
«ΠΑΠΙΟΒΙΟΙ»
Ξεκινάμε με την πασίγνωστη και μεγαλοπρεπή φυλή των… «Παπιόβιων». Μέχρι πριν από δέκα περίπου χρόνια, οπότε και τα (κατάπτιστα για τους «παπιόβιους») scooters έκαναν το «μπαμ», ήταν η φυλή που καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου. Όπου και να κοίταζες έβλεπε ένα… «παπί». Η φυλή χωριζόταν σε δυο υποκατηγορίες. Στους απλούς και ταπεινούς χρήστες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το παπί για να κάνουν τις δουλειές τους και στους «καθαρόαιμους Παπιόβιους» οι οποίοι ζούσαν και ανέπνεαν για την «πάπια τους». Η δεύτερη υποκατηγορία έχει ενδιαφέρον καθώς τα δημογραφικά της στοιχεία ήταν (και είναι) πολύ ιδιαίτερα. Καταρχάς έπρεπε να ΜΗΝ είσαι άνω των… 20 ετών (στα 22 σε θεωρούσαν γέρο!). Έπρεπε να προέρχεσαι από τα δυτικά προάστια (άντε και από το κέντρο) και να μην έχεις στον ήλιο μοίρα. Το μαλλί ήταν απαραιτήτως ξυρισμένο, αλλά περίοπτη θέση κατείχε το περίφημο «τσουλούφι» το οποίο θύμιζε κάτι από Λούκι Λουκ. Το μηχανάκι τώρα, ήταν ο «Πάπας» στην «καθολική ζωή» του «παπιόβιου». Πρώτα θα «τάιζε» την πάπια του και μετά θα έτρωγε ο ίδιος. Όποιο μέρος μπορούσε να δεχθεί χρώμιο… γυαλοκοπούσε και όλα τα υπόλοιπα πλαστικά ήταν πάντα στην πένα. Η εξάτμιση έπρεπε απαραιτήτως να βγάζει όσα περισσότερα db ήταν δυνατόν και το χαρακτηριστικό φίλτρο εξείχε παντοιοτρόπως. Η «ποδιά» συνήθως πήγαινε περίπατο, ενώ καθρέπτες, σχάρες κλπ ήταν «ανεπιθύμητα πρόσωπα». Στα φανάρια (αν σταματούσε) ξεκινούσε πάντα με σούζα και ο θόρυβος ήταν περισσότερος και από του λεωφορείου με τη χαλασμένη εξάτμιση ακριβώς δίπλα του. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ήταν και ο τρόπος που καθόταν πάνω στην πάπια. Μαζεμένος όσο γίνεται, με τις μύτες στα πατάκια και τα γόνατα ενωμένα, σου έδινε την εντύπωση πως τον έχει πιάσει κόψιμο και πως οδηγεί σαν τρελός για να προλάβει και να μην τα κάνει επάνω του. Αν είχε συνεπιβάτη, συνήθως αυτός τα έκανε πάνω του και χωρίς να τον έχει πιάσει κόψιμο.
«SCOOTERΑΚΗΔΕΣ»
Κι ύστερα ήρθαν τα scooters… Βολικά, με περισσότερους χώρους, αυτόματα, με μεγαλύτερη προστασία από λάσπες, νερά κλπ, έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα συνηθισμένη εικόνα στους δρόμους της πόλης. Οι «Παπιόβιοι» τα μισούσαν δεδομένης της αυτόματης μετάδοσης και της μειωμένης δυνατότητας μετατροπών. Από την άλλη πλευρά, τα scooters τα αγάπησε μία μεγάλη μερίδα του μηχανοκίνητου κοινού. Σήμερα καβαλάει scooter και ο κάθε πικραμένος (δεν εννοώ τον πρωθυπουργό). Στην συντριπτική τους πλειονότητα τα scooters φέρουν βαλίτσα, ενώ πολύ συχνά διαθέτουν ζελατίνα, θερμαινόμενες χούφτες, «κουβέρτες» και άλλα «είδη πολυτελείας»! Και εδώ υπάρχουν δύο υποκατηγορίες. Στη μία ανήκουν οι, «γέροντες» πλέον, πρώην «παπιόβιοι» οι οποίοι κινούνται στο δρόμο σβέλτα και με άνεση. Στην άλλη ανήκουν οι πρώην αυτοκινητιστές οι οποίοι είναι το όνειδος των δρόμων. Συνήθως οδηγούν με τη νοοτροπία του αυτοκινητιστή. Κάνουν όποια παλαβομάρα τους έρθει στο κεφάλι, δεν προσέχουν κανέναν, ζητάνε πάντα τα ρέστα και γενικώς κάνουν ό,τι μπορούν για να θέτουν εαυτούς και αλλήλους σε κίνδυνο. Συνήθως δεν φορούν κράνος ή ΑΝ το φορούν είναι λυτό (το φοράνε άλλωστε ΜΟΝΟ για να μην τους «γράφουν), παρκάρουν όπου γουστάρουν (διαβάσεις πεζών, ράμπες κλπ είναι απλά μέρη που δεν παρκάρουμε οι «υπόλοιποι ηλίθιοι» και «αφήνουμε χώρο» για τις μεγαλειότητές τους), πετάνε τα αποτσίγαρά τους στις μούρες μας, «σέρνονται» ανάμεσα στα αυτοκίνητα «φροντίζοντας» να μπλοκάρουν ΚΑΙ τις μοτοσυκλέτες και ΣΥΝΗΘΩΣ διαθέτουν τη χαρακτηριστική κοιλίτσα και καραφλίτσα τα οποία θεωρούν δείγμα καλοζωίας.

«ΧΩΜΑΤΕΡΟΙ»
Εντάξει, κάποιος κακεντρεχής θα μπορούσε και να τους χαρακτηρίσει ως… «Χωματερή»! Πράγματι τόσο οι Εντουράδες όσο και οι Μοτοκροσάδες, κάθε φορά που «βγαίνουν βόλτα» όταν γυρίζουν έχουν πάνω τους πιο πολλή λάσπη και από αυτή που ρίχνουν τα τηλεοπτικά κανάλια και οι δημοσιοκάφροι. Για να καταλάβετε το μέγεθος του προβλήματος, φανταστείτε πως κάθε φορά που ο αδελφός μου γύριζε σπίτι από την εντουράδα του, η μάνα μας ΠΡΙΝ του επιτρέψει να μπει στο σπίτι, τον «καθάριζε» βρέχοντάς τον από την κορφή μέχρι τα νύχια, ρίχνοντάς του νερό με το… λάστιχο! Παλαιότερα σχεδόν όλα τα «εργαλεία» ήταν δίχρονα. Έτσι εκτός από τη λάσπη, οι «χωματεροί» μύριζαν και τη χαρακτηριστική «λαδίλα». Επρόκειτο για έναν… εξωτικό συνδυασμό, χώματος, νερού, βενζίνης, λάσπης και… ιδρώτα! Τέλεια! Στη διάρκεια των χρόνων οι δίχρονοι κινητήρες άρχισαν να αντικαθιστούνται από τετράχρονους οι οποίοι όμως δεν είχαν μίζα και πολλοί «Χωματεροί» βρέθηκαν με τσακισμένους αστραγάλους και γόνατα μέχρι να πάρουν το «κολλάει» της αποσυμπίεσης! Με τους οικολόγους να δραστηριοποιούνται όλο και πιο έντονα, σε πολλές χώρες έχει ήδη απαγορευτεί η «βόλτα» στα βουνά. Στην Ελλάδα ευτυχώς η δυνατότητα της εντουράδας υφίσταται ακόμα, αν και υπάρχει ο φόβος πως οι «χωματεροί» σύντομα θα γίνουν κάτι σαν τη «Μονάχους – Μονάχους», οπότε και θα τους λέμε «Εντουράδιους – Μοτοκρόσιους»!
«STREETΑΔΕΣ»
Και εδώ γίνεται το «έλα να δεις». Κάθε αναβάτης είναι σχεδόν μία… κατηγορία από μόνος του. Το κύριο χαρακτηριστικό της κατηγορίας είναι πως ο κάθε αναβάτης θεωρεί πως είναι ο πιο… γρήγορος του κόσμου (ποιος Rossi και μ@λ@κι€$;;;). Οι ιστορίες που ακούγονται στις παρέες είναι κάτι μεταξύ του «Άρχοντα των δακτυλιδιών» και του «Χάρρυ Πότερ». Ακούς για ιπποδυνάμεις που θυμίζουν «στρατιά», για στρίψιμο με το γόνατο στην άσφαλτο (ίσως και με τον… αγκώνα ή ακόμα και το… αυτί) με 500 χλμ την ώρα, στον Μπράλο, στο “Stork” (προς Επίδαυρο), ή ακόμα και στα Λιμανάκια. Ακούς για σούζες, έντο, burn out και λοιπά «κατορθώματα», καθώς και ατάκες του στυλ:
– «Που ήσουν χθες ρε φίλε;»
– «Έλα μωρέ, πετάχτηκα για καφέ στη Θεσσαλονίκη. Σε δυόμιση ωρίτσες ήμουν εκεί»
– «Και γιατί σου πήρε τόσο χρόνο;»
– «Να, με έπιασε κατούρημα και είπα μια και θα σταματήσω δεν πίνω και ένα χαλαρό καφεδάκι, να κάνω κανένα τσιγάρο και να τσιμπήσω και κάτι; Έτσι κι αλλιώς χαλαρά πήγαινα!»

Ο εξοπλισμός του Streetα συνήθως αξίζει αρκετές χιλιάδες ευρώ, αλλά με την ίδια ευκολία μπορεί να τον δείτε να επιδίδεται σε «καγκουριές» με μαγιό και σαγιονάρα! Η καλύτερή του στιγμή, είναι όταν βρίσκεται στο Stork για καφέ και έχει γυαλισμένη και σενιαρισμένη την «καλή του» της οποίας χαζεύει τα λάστιχα (μαζί με την υπόλοιπη «αγέλη») για να δουν «πόσο έχουν πατήσει».

«SUPERMOTARDΟΠΟΥΛΑ»
Τα Supermotardόπουλα είναι ένα μίγμα μεταξύ των «Χωματερών» και των «Streetάδων». Έχουν μοτοσυκλέτες enduro στις οποίες έχουν τοποθετήσει 17αρηδες τροχούς με «ασφάλτινα» ελαστικά και προσπαθούν να «ρουφήξουν το μεδούλι» και από τους δυο κόσμους. Ουσιαστικά είναι οι ζογκλέρ των δρόμων. Σούζες, εντο, παντιλίκια, άλματα, κόντρες κλπ βρίσκονται στην ημερησία διάταξη. Συνήθως αλλάζουν τα λάστιχά τους με ρυθμό «2 πίσω – 1 εμπρός» και πολλοί από αυτούς κυκλοφορούν με τα… «λινά». Η αλήθεια είναι πως το είδος της μοτοσυκλέτας είναι μάλλον το ιδανικό για την Ελλάδα με τις διαδρομές και τους δρόμους που διαθέτει. Μην το πείτε όμως αυτό στις άλλες «φυλές» γιατί ποιος τους ακούει;

«ΤΑΞΙΔΙΑΡΗΔΕΣ»
Η φυλή των Ταξιδιάρηδων τείνει προς εξαφάνιση. Υπάρχουν πληροφορίες πως η Greenpeace προσπαθεί να τους εντάξει στα προστατευόμενα είδη. Οι μοτοσυκλέτες τους είναι «κτηνάρια άπειρων κυβικών» και διαθέτουν τρείς βαλίτσες, θερμαινόμενα γκριπς, στερεοφωνικό, ρυθμιζόμενη ζελατίνα, όπισθεν, εστιατόριο, τουαλέτα και… μπαλκόνι! Όταν ξεκινούν, ξεχνούν να σταματήσουν και έχουν γυρίσει όλη την Ευρώπη (όταν λέμε όλη, εννοούμαι ΟΛΗ) τουλάχιστον δυο φορές. Για τους Ταξιδιάρηδες η διαδρομή Αθήνα – Καλαμάτα – Ηγουμενίτσα – Αλεξανδρούπολη – Αθήνα, είναι ένα καλό… «ζέσταμα»!

«ΤΣΟΠΕΡΑΔΕΣ»
Οι Τσοπεράδες χωρίζονται και αυτοί στην πραγματικότητα σε πολλές υποκατηγορίες αλλά είναι πιο δύσκολο για το «ανεκπαίδευτο μάτι» να αναγνωρίσει τις διαφορές. Choppers, Bobbers και αρκετά άλλα είδη, μπαίνουν όλα στον κουβά των «Τσόπερ» (η πιο σωστή ορολογία είναι: custom), αφού τα βασικά χαρακτηριστικά (μοτοσυκλετών και αναβατών) είναι όμοια. Παρά την διαφοροποίηση των ειδών, η βασική διαφορά σε αυτή τη φυλή έχει να κάνει με αυτούς που καβαλάνε το “real thing” δηλαδή Harley Davidson και σε αυτούς που καβαλάνε… «Γιαπωνέζικα αντίτυπα».
Η αλήθεια είναι πως πλέον βλέπεις φανταστικά «εργαλεία» ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους. Οι αναβάτες συνήθως έχουν μακρύ μαλλί, μούσι, φοράνε «ανοικτό» κράνος, έχουν tattoos, ακούνε ροκ μουσική, είναι (ή δείχνουν) όσο πιο underground μπορούν και είναι και μιας κάποιας… ηλικίας!
Εδώ σπανίως ακούς για αγώνες, γκάζια, άλματα, σούζες και έντο. Πιο πιθανό είναι να ακούσεις για μπύρες, μπύρες και αν ξεφύγει η κουβέντα θα ακούσεις και για… μπύρες!

«ΠΟΖΕΡΑΔΕΣ»
Τα χαρακτηριστικό αυτής της φυλής είναι πως δεν έχει καμία σημασία το είδος της μοτοσυκλέτας καθώς και το γεγονός πως είναι (τουλάχιστον στη χώρα μας) η πολυπληθέστερη. Πρόκειται για «αναβάτες» που αγόρασαν μία μοτοσυκλέτα για να «πουλάνε μούρη», να λένε «Α, ΕΓΩ έχω το ΤΑΔΕ εργαλείο» και αν είναι τυχεροί να «ρίξουν» και καμία γκόμενα. Αράζουν επιδεικτικά στις πιο in καφετέριες, παρκάρουν τα «εργαλεία» πρώτη μούρη, αντί για κράνος φοράνε… ζελέ και μιλάνε για τα «κατορθώματά τους» περισσότερο απ’όλους. Γουστάρουν με τρέλα να αγοράζουν μεγάλα On-Off, πρώτη επιλογή κάποια BMW αλλιώς βολεύονται και με… Varadero! Άλλοι επιλέγουν το τελευταίας γενιάς supersport (έχει άλλωστε… 3 ολόκληρα άλογα περισσότερα από το… περσινό μοντέλο) και το παρκάρουν επιδεικτικά με ύφος ΠΟΛΛΩΝ καρδιναλίων. Στην πρώτη ψιχάλα κρύβονται και ξαναβγαίνουν με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, όπως ακριβώς και τα σαλιγκάρια.
Ε, «όπως ακριβώς και τα σαλιγκάρια» είναι και η ταχύτητα με την οποία κινούνται και ας έχουν την εντύπωση πως… διακτινίζονται. Είναι οι αναβάτες που σκίζουν τον κ__ο τους στην ευθεία και στις στροφές τα «κάνουν πάνω τους». Στις παρέες τους θα ακούσεις και τα πιο… μεγάλα «κατορθώματα».
Πάλι καλά που δεν είναι απόγονοι του Πινόκιο, αλλιώς δεν θα τους έμπαινε το κράνος, λόγω… μύτης, με τίποτα (ή μήπως είναι; Εξ ου και το… ζελέ)!

Αυτές είναι λοιπόν σε γενικές γραμμές οι «φυλές» της μοτοσυκλέτας. Αν πιστεύετε πως δεν ανήκετε σε καμία από αυτές, απλώς ρωτήστε τον φίλο σας. Αυτός ΞΕΡΕΙ!